"Σκύλος ψυχοπαθής" ποιητικές συνθέσεις 1993 Κατερίνας Ν. Θεοφίλη (ζωγραφική Χρήστος Ν. Θεοφίλης)


ΣΚΥΛΟΣ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ Ποίηση Κατερίνα Ν. Θεοφίλη. Ζωγραφική Χρήστος Ν. Θεοφίλης

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

ΣΚΥΛΟΣ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ - ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ

τα αδέρφια Χρήστος και Κατερίνα


ΣΚΥΛΟΣ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ·
Οικολογικές Ποιητικές συνθέσεις - Μάρτιος 1993 Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
Ζωγραφικά έργα μικτής τεχνικής: Χρήστος Ν. Θεοφίλης
Έκδοση των εντύπων τέχνης:
«Αλεξίσφαιρο»,«Δον Κιχώτης»,«Παρένθεση στην Τέχνη και στον λόγο»

Σκύλος Ψυχοπαθής
Α’

Παιδικό παιχνίδι σε σκοτεινή σακούλα απορριμάτων
να αφουγκράζεσαι:
                                μάννα σε σκίμπους
                                μάννα σε λάμπα πετρελαίου
                                μάννα ασφόδελο

                                μάννα σκουρέττο πέφτει
                                μάννα παγκάρπιο κρέμεται

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς»· παραπονέθηκε

μάννα σε σκαμνί
μάννα σε λάμπα πετρελαίου
μάννα φυτό ψυχών

μάννα ξύλο ταβανιού πέφτει
μάννα γιρλάντα κρέμεται

Σε έμαθαν λίγα για να προσκυνάς.
Σε έμαθαν πολλά, για να υπομένεις·
παιχνίδι παιδικό σε σκοτεινή σακούλα απορριμάτων
να αφουγκράζεσαι:

Αϊγκίίί – Αϊγκίίί·
αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους·
ήταν η ρίζα της σαπωναριάς που έγινε σε παστουρμά τσουένι.

Πέστετο ψυχοπάθεια. Γκοριτσιά ή αχλαδιά το ίδιο κάνει.
Αϊγκίίί – Αϊγκίίί·
αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους·
ήταν ο μαλακός κορμός της λεύκας που έγινε γλυφίδα σ’ ένα δόντι.

Αϊγκίίί – Αϊγκίίί…
Τραβήξτε της το βέλο
δεν ωφελεί να κρύβεται η κοιλιά της τρέλλλας που γεννάει.
Γεννάει η πληγή ένα αθώο σκουλήκι που στο γιούλι του χαμογελάει.

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς»· παραπονέθηκε

Γεννάει η πληγή ένα αθώο σκουλήκι που στο ζουμί του…
… Πέστε το ψυχοπάθεια.

Ξένω – ξένω – ξένω το μαλλί της πεθαμένης·
μοσχοβολάει ο τάφος παρελθόν
τσατσάρα και βεντάλια
κι έναν ασφόδελο στο κούτελο για μάτι – λουλούδι των ψυχών.

Ο κάλφας ράβει στην κοιλιά του πιγκουϊνου έναν πάγο.
Ο κάλφας ράβει - ράβει – ράβει πάνω στο σύννεφο τον Αετό.
Ρίχτε μου σ’ όλες τις πληγές το άσπρο χιόνι·

                                                ας είναι ζάχαρη
                                                ας είναι αλάτι
                                                γοσσύπιον ή  - απλά -  βαμβάκι

Ο Κίγκλος ή η σεισοπυγίς: απλά-απλά-απλά είναι η σουσουράδα.
Όμορφη μαδημένη σουσουράδα με το’να πόδι κρεμασμένη στο κλαδί·
                                                τόσο νεκρή
                                                που στα άντερά της σέρνει μύθους.

Σκίμπους: απλά-απλά-απλά είναι σκανί που αναδιπλώνει θρήνους.
Όμορφο σκαμνί της ψόφιας της γριάς που γλύφει το λιβάνι.
Η μάννα σε σκαμνί
ένα ανθόζωο λοιπόν παραμιλάει·
πέστετο ψυχοπάθεια.
Μάννα σκουρέττο πέφτει
Μάννα παγκάρπιο κρέμεται
Μάνα λάχνη τρελλλού ερημίτη

                Αϊγκίίί – Αϊγκίίί…
                γενειάδα τρελλλού ερημίτη
                γενειάδα τρελλλού ερημίτη

Αϊγκίίί – Αϊγκίίί·
αυτός ο πόνος δεν είναι ίδιος με τους άλλους·
είναι του σκύλου που κουτσούρεψε η βροχή και μέσα μου λυσσάει.


Σκύλος Ψυχοπαθής
Β’

Ώιχ! βάσανα πούχει ετούτη η βροχή·
στο κεραμίδι να απλώνει σαν ζυμάρι.

Πλαδαρό ποδάρι της βροχής σε στήθος αγριοαγκυνάρας.
Ποδάρι με άσπρες φλέβες της βροχής
σε αγριολάπαθο
                                                                σε βρούβα
                                                                σε αντράκλα

Πού κρύφτηκαν αγριόγιδα, λαγοί, ζαρκάδια;
Λύκος κοκκινωπός μπαίνει στο παραμύθι και τα τρώει.
Τσουρρ-τσουρρ· χωνεύει το τζάμι την βροχή που κλαίει.
Πέστετο ψυχοπάθεια.

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς» παραπονέθηκε.

Η γη πεθαίνει απόψε στην παγάνα άλουστη δίχως γάντια.

Η γαλατσίδα βράζει. Ώιχ! Πώς βράζει!
Ταράξακον, ζωχός αγκαθωτός και καυκαλίθρα στο τσουκάλι!
Βράζει κλου-κλου  — πτώμα του χόρτου Ώιχ! Πώς βράζει!
Πτώμα του χόρτου Ώιχ- Ώιχ!

Ώιχ – Ώιχ! Ξεκάλτσωτη Πεύκη πού τρέξαν οι ρίζες σου;
Ώιχ πουρνάρι.
Ώιχ πλατανόφυλλο.
 Ώιχ- Ώιχ μνήμη!

Η μνήμη
Ώιχ-Ώιχ σκούζει·
σχιζμένο θρηνομάνδηλο στα πτώματα!

Από κοντά – από κοντά ο αέρας
κλώθει –  κλώθει - κλώθει μου το χάος.

Ρήσο μου, ρούφα την αρτηρία του ξυλοκόπου
Ρήσο μου, ρούφα – ρούφα – ρούφα το τσεκούρι.

Ώιχ – Ώιχ! Σφουγγάρι λαγοπόδαρο για να με μάθουν αφαιρέσεις.

Ώιχ – Ώιχ! Αλεπουδένιο μου παλτό·
                                να μην κρυώνει η αλεπού στον θάνατό της;

Πλαδαρό ποδάρι της βροχής στο μάτι της εικόνας
Ποδάρι με άσπρες φλέβες της βροχής
                                                                σε κουκουνάρι
                                                                σε κυπαρισσόμηλο
                                                                σε καπελάκι βελανίδι.

Πτώμα – πτώμα μου χώμα!
Πτώμα αγριόγιδο, ζαρκάδι, λαγοπόδαρο…
Πτώμα εικόνας…
Ώιχ-Ώιχ σκούζει το καλαμένιο το σπαθί
 ρυάκι, Ρήσο πτώμα, λυκόπουλο, λειωμένο κουκουνάρι
φρύγανο-φρύγανο ανεμοστρόβιλο πουρνάρι
χορτάρινο το πτώμα στο τσουκάλι-
ζυγούρι στο τσιγγέλι που βογγάει…
Ώιχ αλεπουδένιο το παλτό να σε στολίζει πτώμα
Πτώμα μου γη Ώιχ
 Ώιχ σκούζει  
σκούζει πτώμα σαλιγκάρι
Ώιχ πέστετο ψυχοπάθεια το άδειο το σακί·
τουμπάνιασε από πτώματα το πτώμα αυτό της μνήμης.
Πέθανε ο πίνακας-νεκρή η αλφαβήτα στο σφουγγάρι…

Ώιχ στραγγάλισε η φλέβα του κισσού τον ήσκιο απ’ το φεγγάρι!
Τριζόνι χόρεψέ με μες στον Θάνατο.
Πτώμα του κόσμου στα κοιμητήρια χόρεψέ με.
Στρακώνω τον καιρό!
Στρακώνω το όνειρο!

Ώιχ – Ώιχ
καλαμένιο το σπαθί
καλαμένιο το σπαθί

Ώιχ – Ώιχ·
αυτός ο πόνος δεν είναι ίδιος με τους άλλους·
είναι του σκύλου που κουτσούρεψε η βροχή και μέσα μου λυσσάει.


Σκύλος Ψυχοπαθής
Γ

Το λυσσαγμένο το σκυλί που κατουρά αυλόπορτες του Φεγγαριού
κι αλλόφρονο χνωτίζει το σκοτάδι
με το’να του ποδάρι το χωλό – στρίεκ και στρίεκ –
                                                να γδέρνει το χωμάτινο κεφάλι
και το κλειστό τσιμπούρι να ερωτεύεται…

Τσιμπούρι συψαιμικό μοσχοβολάει
καθώς γλαρόφτερο βρεγμένο δίχως άνεμο.

Βόιχ και Ώιχ που τρελλλαίνεται το έδαφος
και χωνευτήρι γίνεται της βάρκας.
Βόιχ και Ώιχ ένα Τρολ τα παραμύθια κουβαλάει·
                                τα κρύβει στην κουφάλα για προσκέφαλο
                                κι απ’ τις σελίδες εικονίτσες τρώει.

Πέστετο ψυχοπάθεια. Ασθμαίνον το μπιζέλι αγρυπνάει.
Προγονικό μου ξίφος στο βουβάλι Βόιχ και Ώιχ.

Υγρή κακεντρέχεια της φτέρνας
ν’ ανοίγει διώρυγες πάνω στη γη
για να περάσουν τα μποτίνια της ημέρας.

Μέρα που κρύβεται αγριορίγανη σε άγριο ρουθούνι…
Μέρα που κουτρουβάλα κάνει στις πλάτες του ουρακοτάγκου.
Μέρα ορίγανον - Μέρα ουρακοτάγκος.

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς»· παραπονέθηκε.

Αγριοκουτσουπιά – αγριοξυλοκερατιά – αγριοχαρουπιά
ή βοτάνι η κερκίς. Το ίδιο κάνει.
Πέστετο ψυχοπάθεια. Το ίδιο κάνει Βόιχ και Ώιχ…
Περσέα ή αβοκάντο· το ίδιο κάνει.
Αιματόρριζα ή σαγγουϊναρία. Το ίδιο κάνει.
Το ίδιο κάνει Βόιχ και Ώιχ.
Γλοβαρία-αλεποπορδή ή μανιτάρι· το ίδιο κάνει.

Πέστετο ψυχοπάθεια ή παραμιλητό καντιλανάφτη.

Στρίεκ και στρίεκ το’να ποδάρι το χωλό
να κουμαντάρει χώμα.
Χώμα σκαθάρι
Χώμα νερό
Χώμα Βόιχ και Ώιχ που βογγάει…

Αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους·
ήταν της κάμπιας που έλειωσε στην άσφαλτο
και το αχνό σακκούλι της ζητάει.

Βόιχ και Ώιχ πτώμα της κάμπιας γλιστερό.
Βόιχ και Ώιχ ποδάρι χωλό που το τσιμπούρι ερωτεύεται.
Αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους·
ήταν βουβάλι ανοιχτό με την καρδιά σχισμένη.
Βοτάνι ήτανε σε αόματο τσουκάλι.

Βόιχ και Ώιχ
Βόιχ και Ώιχ
Βόιχ και Ώιχ
αυτός ο πόνος δεν είναι ίδιος με τους άλλους·
είναι του σκύλου που κουτσούρεψε η βροχή και μέσα μου λυσσάει. 



Σκύλος Ψυχοπαθής
Δ’

Άγρργκκκ
Λυσσάει το φίμωτρο.
Ο Χειμώνας λυσσάει στην καναπίτσα.
Λυσσάει ο βορριάς σε μια ψυχιά αγριοβρώμης.
Το κούτσουρο λυσσάει στην φωτιά -
λυσσάει το γκριζωπό στην καπνοδόχη.

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς»· παραπονέθηκε

Άγρργκκκ
Άγνος – αγνιά – λυγία – λυγαριά ή καναπίτσα! Το ίδιο κάνει.
Πέστετο ψυχοπάθεια ή φράχτη·
                                είσοδος – έξοδος το ίδιο κάνει.

Καλαμένιες βάρκες της Βενεζουέλας ταξιδέψτε-με.
Μπανανόδενδρα της Τζαμάϊκα κρεμάστε-με.
Έτσι, για να λέω πως ταξίδευσα
                σε μια θάλασσα που εφίδρωσε στην Ελλάδα...
Έτσι, για να λέω πως πέθανα
                σε ένα πεύκο που κάηκε στην Ελλάδα…
Έτσι, για να χάσουν οι ληξίαρχοι την καταγωγή του πόνου μου.

Λυσσάει η κάπα στον βουκόλο-
κι η πέτσα της φλογέρας λυσσάει στην στάνη.
Αβένα ή αγριόβρωμη· το ίδιο κάνει.
Χειμώνες Θερινοί και Φθινοπώρων Άνοιξες·
στο ίδιο καύκαλο Χελώνες ράθυμες… το ίδιο κάνει.


Όλα μαζί βάλε-τα στον πυθμένα
στο μαλακό σου το μυαλό να κατακάτσουν
μάγισσσα τρέλλλα ρίχτα-ρίχτα αγριεμένα στην χύτρα των παραμυθιών
Όλα μαζί:
                Φονόχορτο ή αγριμιά,
                δρυς ή αγριοβελανιδιά,
                αγρόπυρον και βίκος,
                καρλινία ή αγριομαστιχιά,
                μηλέα ή όα ή αγριομηλιά,
                ελαίαγνος ή αγριοζιζυφιά,
                αείζωον ή αμάραντο ή σέδο,
βοϊδόγλωσσα απ’ τα άγχουσα φυτά,
αβούτιλο του Αβικέννα,
προύμνα ή αβραμηλιά ή κορομηλιά,
γενειοφόρος Αβένα ή ανούσια ή άγονη ή χωλή,
αγριοκαστανιά ή ιπποκαστανέα,
στύραξ ή αγριοκυδωνέα,
γόγγολι ή αγρόστεμμα,
αζάρολος ή επιμηλής ή αντρικοκκιά ή κουδουμηλιά ή μεμενζιλιά ή μοσφιλιά…


‘Όλα μαζί στην χύτρα αγριεμένα
ρίχτα – ρίχτα μάγισσσα τρέλλλα

να κατακάτσουν χώμα που από Θάνατο γεννά
να κατακάτσουν χώμα που από γεννήματα πεθαίνει.
                                                                                                         
Άγρργκκκ·
αυτός ο πόνος δεν είναι ίδιος με τους άλλους·
είναι του σκύλου που κουτσούρεψε η βροχή και μέσα μου λυσσάει.


Σκύλος Ψυχοπαθής
Ε’

Πάλι  γκάιδες για την κοιλάδα – πάλι γκάιδες…
Μουσούδα μικροαρκούδου η καρδιά
                                παίζει με ένα φύλλο
                                ρουφάει ένα ποτάμι…

Ταμ-ταμ της προσευχής για τους βυθούς των κροκοδείλων·
εκατόχρονος κροκόδειλος ένα καβούρι γιορτινό μασάει…
Ατσάλινο αγκίστρι εκατόχρονος κροκόδειλος να καταπίνει!
Ταμ-ταμ ιθαγενείς με το σχοινί τού δένουνε το στόμα-
Ταμ-ταμ με κάλυψη στα μάτια στα εκτροφεία πάει.
Λαγκούνα Ελ Τέσερο  του πήρες το δέρμα
Ταμ-ταμ.
Ταμ-ταμ.
10 -12 αυγό το θηλυκό να κλαίει με την φοβέρα
τον Μάιο ως Ιούλιο μαζεύονται ταμ-ταμ
κι άιντε ταμ-ταμ, ταμ-ταμ τρεις μήνες θάβονται τα αυγά…
Λαγούνα Ελ Τέσερο ταμ-ταμ
50 γραμμάρια νεογνό ταμ-ταμ
κροκόδειλος απόγονος του Δεινοσαύρου εγδάρει.
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ να ’χει ρυθμό ο Θάνατος…
Κροκόδειλος που τρώει τον αδελφό του
Ταμ-ταμ-ταμ.

Χρώματα χάιδεψαν το ψάρι·
επίπεδο σαλάχι, αόρατο που αντιγράφει τον βυθό.
Ο Αστερίτης θάβεται!
Ταμ-ταμ Αφρική που γεννήθηκες από την Γκοντουάνα
Ταμ-ταμ
Τανζανία
Ου-ου-τουκ τουκ
Σαλάμ Σαλάμ
Άφρικα με Ντάρες Σαλάμ
νεγράκια με ορχήστρες στα πόδια!
Πέστετο δολοφονία ή σαφάρι.
Ψυχοπάθεια ή επιβίωση το ίδιο κάνει.

Γκάιδες για την κοιλάδα
μέσα στην φλάσκα γλίτσα από νερό·
αυτή η δίψα δεν ήταν ίδια με την άλλη…

ήταν
γεράκι που καρφώνει τα μάτια του ελαφιού,
νωθρή αρκούδα που υποκρίνεται την πάχνη
                και στο κέρατο του Ταύρου επιτίθεται·

ταύρος στο σφρίγος του θυμού του τραμπαλίζεται η σκόνη,
ρίγος κλαδιού όπου η αρκούδα ερωτεύεται τον θάνατο…

      «Θέλω πιο απλά να μου μιλάς»· παραπονέθηκε

Ψυχοπάθεια ή Στάχτη.

Αγγούτι τής Παταγονίας ή λαγός τής Πάμπας. Το ίδιο κάνει.
Δασύπρωτος το αγγούτι ή χρυσολαγός. Το ίδιο κάνει.
Θάνατος ή επιβίωση. Το ίδιο κάνει.

Κοκκινωπής κοιλιάς, πουλί των βάλτων γερανόμορφο αγάμι·
“πουλί σάλπιγγα” ή σιωπή ζωής· το ίδιο κάνει.

Της Σαχάρας “πουλί των πετρών” στρουθιόμορφο·
πτώμα της ερήμου – των ουρανών πτώμα· το ίδιο κάνει.

Σωματερία η απαλοτάτη ή αγριόπαπια· το ίδιο κάνει.
Κρι-κρι ή αίγαγρος ο Κρητικός· το ίδιο κάνει.
Αγριοπρόβατο η μουφλόν ή πρόβατο ο μούσμων· το ίδιο κάνει.
Τρέλλλα ή αυτοχειρία· το ίδιο κάνει.

Αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους…
Ήταν
μικρού αγριόχοιρου, ρύγχος που σκάβει.
Πτώμα αγριόχοιρου που σύρθηκε στην πόλη.
Πόλη παγάνα των σκυλιών
                                                παγάνα των πουλιών
                                                και των παιδιών παγάνα

Πτώμα της πόλης μες στην πόλη.
Των ερπετών των δούλων πόλη.
Ταμ-ταμ υπόκωφο των ερειπίων πόλη.

Ου-ου-ου·
αυτός ο πόνος δεν είναι ίδιος με τους άλλους·
είναι του σκύλου που κουτσούρεψε η βροχή και μέσα μου λυσσάει.


Σκύλος Ψυχοπαθής
Ζ’

Για να μαθαίνουν βαλς τα πετροκέρασα
η ψυχοπάθεια δεν ήταν ήδια με την άλλη,
οι ελαιώνες για να στίβονται
η στάχτη δεν ήταν ίδια με την στάχτη.

Μέρμηγκας που διαβαίνει μ’ ένα ψίχουλο
και ψύλλος στα βαριά αχαμνά του αλόγου
και Βόιχ και Ώιχ κι Αϊγκίίί
στην συνοικία κατοικούν του παραλόγου.

Παιδί που μασουλά το έδαφος και περπατάει στο στεφάνι του αχινού.
Παιδί σ’ αλλόθρησκο νταβάνι να ονειρεύεται τα τούλια της αράχνης…
Παιδί συκόφυλλο για πάτο στο πανέρι.
Παιδί ψαθί καλοκαιριού και όστρακο σπασμένο
που δεν επλέρωσε με υπακοή το σπίτι.

Στο βαλς του πετροκέρασου παιδί
πλυμένο λάδι.
Ψίχουλο μέρμηγκα παιδί
Βόιχ και ΄Ωιχ κι Αϊγκίίί που ’χει γεράσει.

Κεραμικό ευπρεπισμένης ψυχοπάθειας
αντίκρυ στην σφενδόνα.
Απλή βροχή και κεραυνός που σέρνεται
και κουκουνάρι και πέτρα κι ένα πτώμα.

Μυρίζει ακόμα ασβέστη και ντομάτα ο περίπατος.
Μυρίζει ακόμα παπαρούνα το σεντούκι.
Μυρίζει ακόμα ο Θάνατος στάρι και ρόδι.

Σκίμπους στον ήσκιο της συκιάς να αναδιπλώνει θρήνους.
Πένθη παλιά σε φυτικές κορδέλλες βίκου
κι οι γάτες να προτιμούν τις στέγες
                για το καλό μνημόσυνο της πρόωρης ακτίνας.

Βόιχ και Ώιχ κι Αϊγκίίί
Ζαχαροκάλαμο – ρούμι πειρατή.
Κριθάρι – μπύρα σιδερόκουτη των ραψιμάτων.
Σίκαλη – ουίσκι Αγγλοπαλιάτσων.
Ρύζι – σακέ, Ιαπωνικό ριζόκρασο πτωμάτων.

Βόιχ και Ώιχ και Αϊγκίίί
Χρυσαετός που βαλσαμώνει ελευθερίες.
Λευκόουρος αετός των θαλασσών Βόιχ και Ώιχ!
Δέσμιος ή ελεύθερος νεκρός· το ίδιο κάνει.

Μαλλόχορτο ή σκορπίδι ή φύτσι του νερού ή πολυτρίχι· το ίδιο κάνει·
ολόγυρα από πηγές, στων πηγαδιών την πλάτη, στα στόματα σπηλιών.

Βόιχ και Ώιχ και Αϊγκίίί
δισάκι κούφιο στην γκλίτσα…
δισάκι — δισάκι και ψωμί.

Πτώμα ψωμιού που μοιρολόγησε η βάβω·
βάβω καμπούρα ψυχοπάθεια που ζύμωσε το χώμα
και Βόιχ κι Αϊγκίίί το ’ντυσε με ζυμάρι
και Ώχ και Βόιχ κι Αϊγκίίί το φούρνισε στην στάχτη.

Πέστετο ψυχοπάθεια ή νηστικό καντηλανάφτη
                που απ’ το κουφέτο μάσησε το αμύγδαλο
                για πληρωμή μιας λάμψης τόσης δα…
Πέστετο πασχαλιά Επιταφείου ή παραβίαση του φράχτη.

Κοτόπουλο αγροικίας σε κασσιτερομένη κατσαρόλα
τσιμπολογώντας άνιθο
κοχλάζει αλάτι κίκι-κίκο πτώμα
κίκι-κίκο αυγολέμονο
κίκι-κίκο κοτόπουλο γροικίας νεκρό.

Για να μαθαίνουνε χορό τα κίκι και τα βόιχ
πτώμα κίκι και βόιχ
Ώιχ – Ώιχ
Αϊγκίίί,
αυτός ο πόνος δεν ήταν ίδιος με τους άλλους…
ήταν του σκύλου που κουτσούρεψε η βροψή
                                και Άγρργκκκ στην ψυχοπάθεια λυσσάει.

      «Κι όμως δεν μου μιλάς απλά»·
 παραπονέθηκε η πεθαμένη μάννα.


Σκυλος ψυχοπαθής αυτός ο πόνος που δεν έμοιαζε στους άλλους.
Σκύλος ψυχοπαθής
                που κατουρά αυλόπορτες του Φεγγαριού και μνήματα.







 

 Photobucket